Back
Ναυτικής Εκπαίδευσης

Η αναμόρφωση της Ναυτικής Εκπαίδευσης: Οι πρώτες σκέψεις από την εκπαιδευτική κοινότητα

Διάρκεια ανάγνωσης: 5 λεπτά

Με αφορμή την έναρξη της συζήτησης για την αναμόρφωση της Ναυτικής Εκπαίδευσης ο Διευθυντής Σχολής Πλοιάρχων της ΑΕΝ Μακεδονίας καπτ. Νίκος Τσούλης, απέστειλε στα Ναυτικά Χρονικά τις απόψεις του. Όπως διευκρινίζεται στην επιστολή, οι απόψεις προέρχονται από την πολυετή θητεία του στη ναυτική εκπαίδευση, αλλά και στην Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, την οποία άρχισε να υπηρετεί ως δόκιμος το 1987.

Σύμφωνα με τον Διευθυντή της ΑΕΝ Πλοιάρχων:

«Το πρώτο και βασικό βήμα για να πετύχει μια αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου στο χώρο της Εκπαίδευσης είναι να καθοριστεί η φυσιογνωμία του αξιωματικού που χρειάζεται η Ναυτιλία μας τα επόμενα χρόνια. Το έργο αυτό θα μπορούσε να αναλάβει θεσμικά το Συμβούλιο Ναυτικής Εκπαίδευσης, στο οποίο εκπροσωπούνται όλοι οι Εταίροι της Ναυτιλίας. Με σωστή ανάλυση όλων των παραμέτρων της υπάρχουσας κατάστασης θα μπορούσαν να χαραχθούν οι κατευθυντήριες γραμμές για την μετεξέλιξη του χώρου προς τη επιθυμητή κατεύθυνση.

Προσωπικά θεωρώ ότι θα πρέπει αρχικά να αναγνωριστεί και να καταγραφεί η μεγαλύτερη υφιστάμενη πρόκληση, η οποία και αποτελεί αναμενόμενο αποτέλεσμα των επιλογών που έγιναν τα προηγούμενα πολλά χρόνια. Η προσέλευση των νέων στη θάλασσα είναι μειωμένη και δεν αρκεί ποσοτικά ή ποιοτικά για να υποστηρίξει τις αυξανόμενες ανάγκες της Ναυτιλίας μας ειδικά στις τάξεις των Αξιωματικών καταστρώματος και μηχανοστασίου.

Μπορούμε εν συντομία να καταγράψουμε τους τρόπους που σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο μπορεί κάποιος να εξελιχθεί στον καταληκτικό βαθμό του Πλοιάρχου ή Μηχανικού Α τάξης:

Υπάρχει η δυνατότητα φοίτησης στα Ναυτικά Λύκεια, η οποία με μικρότερης διάρκειας σπουδές, επιτρέπει στο νέο ναυτικό να ξεκινήσει το επάγγελμά του συντομότερα και στη συνέχεια να εξελιχθεί μέχρι τον καταληκτικό βαθμό αποκτώντας στην πορεία όλα τα προσόντα που προβλέπει η STCW. Ωστόσο, η προσέλευση στα Ναυτικά Λύκεια είναι μικρότερη των προσδοκιών, καθώς οι προοπτικές τους δεν έχουν αναδειχθεί σωστά, ενώ και το πρόγραμμα σπουδών τους θα μπορούσε να επανεξεταστεί ώστε να αποδίδει καλύτερα εφοδιασμένους αποφοίτους, αποδοτικότερους στο πλοίο και άρα ελκυστικότερους προς τη Βιομηχανία.

Ο άλλος δρόμος είναι οι ΑΕΝ, οι οποίες προσφέρουν ένα πληρέστερο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο προχωρά αρκετά πιο πέρα από το ελάχιστο των απαιτήσεων της STCW και δίνει τη δυνατότητα στον σπουδαστή να δημιουργήσει ένα γνωστικό υπόβαθρο που θα του επιτρέψει στο μέλλον να επεκτείνει τις σπουδές του.

Όμως, ούτε στις ΑΕΝ η προσέλευση είναι η ζητούμενη. Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ότι παρότι γίνεται μεγάλη προσπάθεια να αυξηθούν οι διαθέσιμες θέσεις πρωτοετών, ο λόγος των αιτήσεων προς τις προκηρυσσόμενες θέσεις είναι σημαντικά μικρότερος από αυτούς των υπολοίπων συναφών παραγωγικών σχολών. Επιπλέον, επί σειρά ετών διαπιστώνουμε ότι ο αριθμός των κενών θέσεων δεν μειώνεται. Επίσης, η βάση εισαγωγής συνέχεια φθίνει.

Συμπεραίνουμε επομένως αβίαστα, ότι με το υπάρχον σύστημα η προσέλευση στις ΑΕΝ βαίνει μειούμενη όπως και το επίπεδο των πρωτοετών, το οποίο εξακολουθεί να υποβιβάζεται».

Κατά τον καπτ. Ν. Τσούλη ο λόγος που αυτό συμβαίνει «έχει άμεση σχέση με το ασαφές Ακαδημαϊκό Επίπεδο των ΑΕΝ. Είναι οι μοναδικές πλέον σχολές στο μηχανογραφικό δελτίο των Πανελληνίων, οι οποίες δεν υπάγονται στο 6ο Ακαδημαϊκό Επίπεδο, κάτι που συνιστά επώδυνη αβλεψία, η οποία εφόσον αποκατασταθεί άμεσα, αναμένεται να προκαλέσει τις εξής θετικές εξελίξεις:

Θα αυξηθεί η προσέλευση, γιατί δεν θα αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα τα τεσσεράμισι χρόνια σπουδών που πολλοί δυσκολεύονται τώρα να επενδύσουν σε μια σχολή επιπέδου ΙΕΚ.

Θα αυξηθεί το γνωστικό επίπεδο των εισαγόμενων, οπότε θα έχουμε ικανότερους απόφοιτους.

Ο μεγαλύτερος αριθμός απόφοιτων και άρα ενεργών ναυτικών, προφανώς θα τονώσει την Εθνική Οικονομία, μειώνοντας παράλληλα την ανεργία.

Η Ναυτιλιακή Βιομηχανία θα αποκτήσει πιο καταρτισμένα στελέχη που θα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει και σε άλλες θέσεις, εκτός του πλοίου, καθώς θα είναι πληρέστερα μορφωμένοι και παράλληλα κατάλληλα εξοικειωμένοι με τις διαδικασίες της μάθησης, κάτι που θα μπορεί να αξιοποιηθεί στο μέλλον τόσο από τους ίδιους τους ναυτικούς, όσο και από τις Εταιρίες τους.

Θα αποφευχθεί η διαρροή ικανών επαγγελματιών προς άλλους εργασιακούς χώρους ή το εξωτερικό.

Εννοείται ότι, τυχόν διαδικαστικά – τεχνικά θέματα που συνδέονται με την κατάταξη σε ανώτερο Ακαδημαϊκό επίπεδο, είναι εύκολο να ρυθμιστούν από τη στιγμή που ληφθεί η σχετική απόφαση. Υπάρχει εξάλλου πλουσιότατη εμπειρία από αντίστοιχες διαδικασίες που έχει ολοκληρώσει το ΥΠΕΠΘ.

Η παραπάνω, αποτελεί μια προσέγγιση που έχουν εφαρμόσει με μεγάλη επιτυχία πολλές Ευρωπαϊκές Ναυτιλίες. Αποτελεί δε μια ασφαλή επιλογή, καθώς η Ελλάδα δεν έχει δημογραφικά το μέγεθος πολλών Ασιατικών ναυτικών δυνάμεων (Κίνα, Ινδία, Φιλιππίνες), οι οποίες μπορούν να διοχετεύουν μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες στη ναυτιλία, επιλέγοντας στη συνέχεια τους πλέον κατάλληλους για κάθε θέση. Άρα με τη λύση των δύο οδών εξέλιξης αξιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο το σύνολο του ενδιαφερόμενου ανθρώπινου δυναμικού μας.

Συμπερασματικά, η ένταξη των ΑΕΝ στο 6ο Ακαδημαϊκό Επίπεδο, θα ωφελήσει όλους τους Εταίρους του χώρου της Ναυτιλίας και θα πρέπει να δρομολογηθεί άμεσα, καθώς ο χρόνος πιέζει, οι εξελίξεις στο χώρο είναι πλέον καταιγιστικές και η χώρα πρέπει να τις προλάβει».

*Την παραπάνω επιστολή προς τα Ναυτικά Χρονικά υπογράφει ο Ν. Τσούλης, Πλοίαρχος Α’ ΕΝ, Διευθυντής Σχολής Πλοιάρχων, ΑΕΝ Μακεδονίας.

Μπορείς να διαβάσεις:

Εργασίες συντήρησης από την Πέμπτη 14/12 στην 27η Ε.Ο. Θεσσαλλονίκης – Μηχανιώνας

Post a Comment